ΣΠΟΡ

Το ταλέντο που θα απειλούσε τον Τζόρνταν

Το ταλέντο που θα απειλούσε τον Τζόρνταν

Ο Λεν Μπάιας είχε όλα εκείνα τα προσόντα που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την κυριαρχία του «Air» δεν πρόλαβε όμως ποτέ να τον αντιμετωπίσει

Εκείνο το βράδυ του 1986 ο Λεν Μπάιας ζούσε το όνειρό του. Από την πρώτη στιγμή που είχε πιάσει την μπάλα του μπάσκετ στα χέρια του, ήξερε ότι το μονοπάτι που επέλεξε θα τον οδηγούσε μέχρι το ΝΒΑ.

Φορώντας ένα λευκό κουστούμι, καθόταν δίπλα στον πατέρα του. Από την μια, μπορούσε κάποιος να διακρίνει στο πρόσωπό του την ελπίδα, αλλά ταυτόχρονα να την αγωνία. Στο ντραφτ του 1986, ο Μπάιας ήταν 22 ετών. Είχε ύψος 1,80 μ. και ζύγιζε 95 κιλά. Μέχρι εκείνη την ημέρα είχε κάνει όλους τους ειδικούς του αθλήματος να μιλούν με τα καλύτερα λόγια για το ταλέντο του, τοποθετώντας τον στο ίδιο επίπεδο ακόμα με τον Μάικλ Τζόρνταν που είχε βρεθεί στην ίδια με αυτόν θέση πριν από δύο χρόνια.

Κατά τη διαδικασία των ντραφτ το όνομα του ακούστηκε δεύτερο. Τον είχαν επιλέξει οι Μπόστον Σέλτικς, που μόλις είχαν κατακτήσει το δεύτερο πρωτάθλημα μέσα σε τρία χρόνια. Ο Μπάιας κρατούσε στο χέρι του το πράσινο καπελάκι με το σήμα της ομάδας της Βοστώνης, σαν να κρατούσε τον κόσμο όλο. Η χαρά του όμως κράτησε μόλις δύο μέρες, καθώς σε αντίθεση με την λαμπερό κόσμο του ΝΒΑ, ο Μπίας κινούνταν και σε έναν άλλο παράλληλο αλλά σκοτεινό. Πριν καν σβήσουν τα φώτα από την βραδιά των ντραφτ, ο Μπάιας ήταν νεκρός από υπερβολική δόση κοκαΐνης, πριν προλάβει να δείξει στον κόσμο πόσο μεγάλος παίκτης θα μπορούσε να γίνει. Ηταν 19 Ιουνίου του 1986.

Ο θάνατός του συγκλόνισε τον κόσμο του μπάσκετ, αλλά ο απόηχος πήγε πολύ παραπέρα, αγγίζοντας τις γωνίες των δρόμων όπου σύχναζε, τις αίθουσες των δικαστηρίων, καθώς και πολλούς ανώτατους αξιωματούχους της Αμερικής για χρόνια.

Ο Μπάιας γεννήθηκε στις 18 Νοεμβρίου 1963 στο Λάντοβερ του Μέριλαντ, μια μικρή πόλη στα περίχωρα της Ουάσινγκτον. Ήταν ένα από τα τέσσερα αδέλφια, τα οποία φοίτησαν στο ίδιο δημοτικό σχολείο, θεατρικό σχολείο και λύκειο.

«Αγαπούσε τη δημιουργικότητα και μπορούσε να δει την ομορφιά σε πράγματα που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούσαν», θα πει η μητέρα του, Δρ Λόνις Μπάιας. Ο Λεν είχε μια αλματώδη ανάπτυξη γύρω στην ηλικία των 13 ετών. Είχε ξεχωρίσει ήδη από την ομάδα του γυμνασίου, και παρά το γεγονός ότι είχε προτάσεις από πολλά κολέγια των ΗΠΑ, εκείνος επέλεξε το Μέριλαντ για να μείνει κοντά στο σπίτι και την οικογένειά του.

Ως πρωτοετής φοιτητής, ο Μπάιας δεν είχε πειθαρχία. Βασίστηκε περισσότερο στο φυσικό του ταλέντο και την ευκινησία που έκανε τους συμφοιτητές του να τον συγκρίνουν με τον Μοχάμεντ Άλι. «Δεν μπορούσες να μιλήσεις στον Λένι στο πρώτο έτος», θα πει ένας από τους συμπαίκτες του, ο Γκάτλιν και θα προσθέσει: «Η κριτική ή οι συμβουλές έμπαιναν από το ένα αυτί και έβγαιναν από το άλλο. Αλλά αυτό άλλαξε καθώς μεγάλωνε». Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων χρόνων του στο Μέριλαντ, ο Μπίας σημείωσε 2.149 πόντους, ρεκόρ εκείνη την εποχή, και κέρδισε δύο φορές το βραβείο του All-American. Τα όσα πέτυχε με το κολλέγιο του, κίνησαν το ενδιαφέρον των Σέλτικς. Για τον ίδιο το να φορέσει τη φανέλα τους ήταν ένα όνειρο. «Είτε καταφέρω να παίξω, είτε ακόμα και αν μείνω στον πάγκο για μένα θα είναι μια τεράστια εμπειρία. Εχω να μάθω τόσα πολλά», θα δηλώσει μετά το τέλος των ντραφτ, χωρίς βέβαια να μπορεί να προβλέψει το τι του επεφύλασσε το μέλλον…

Μετά τα ντραφτ, ο Μπάιας και ο πατέρας του επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Λάντοβερ του Μέριλαντ, όπου έγινε δεκτός με κλάματα χαράς και αγκαλιές από τα μέλη της οικογένειας του. Αποφάσισε να επιστρέψει στην πανεπιστημιούπολη για να γιορτάσει με τους φίλους και τους συμπαίκτες του. «Ήταν ενθουσιασμένος και πραγματικά ευλογημένος», θα πει ο Γκάτλιν. «Χαμογελούσε με το γεγονός ότι τώρα μπορούσε να κάνει κάτι που έκανε όλη του τη ζωή, αλλά και να πληρώνεται γι’ αυτό. Μου έδωσε ραντεβού για το πρωί, καθώς ήθελε να δει τη μητέρα του που δεν είχε καταφέρει να βρίσκεται στην υποδοχή του και μετά θα πήγαινε σε μια παλιά του φίλη. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδα».

Ο Μπάιας δεν πήγε να δει τη μητέρα του, ούτε επισκέφθηκε το κορίτσι που είχε να δει καιρό. Αντ’ αυτού αποφάσισε να συναντηθεί με μερικούς άλλους φίλους και να κάνει μια γρήγορη βόλτα στην κάβα. Αγόρασαν μια εξάδα μπύρες και ένα μπουκάλι κονιάκ και επέστρεψαν στο δωμάτιο του κοιτώνα. Ένας από την παρέα ήταν ο Μπράιαν Τριμπλ. Αν και είχε εγκαταλείψει το κολέγιο, εξακολουθούσε να τριγυρνάει στην πανεπιστημιούπολη και είχε δεθεί με τον Λεν λόγω της κοινής τους αγάπης για το μπάσκετ και τη μουσική. Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ακόμα και τόσα χρόνια μετά το αν εκείνη η νύχτα ήταν η πρώτη και τελικά και η τελευταία φορά που ο Μπάιας δοκίμασε κοκαΐνη. Σίγουρα, πολλοί από τους πιο κοντινούς του ανθρώπους δεν είχαν ιδέα. Εχοντας πιει αρκετά και έχοντας κάνει και χρήση ναρκωτικών, ο Λεν πήγε για ύπνο. Οι υπόλοιποι που ήταν μαζί του το θεώρησαν φυσιολογικό, έπειτα από τις πολύ έντονες προηγούμενες ημέρες, όμως ξαφνικά άρχισε να έχει σπασμούς. Ο Μπάιας έπαθε κρίση…

Η κλήση στην αστυνομία και στους διασώστες έγινε από τον Τριμπλ στις 6:31 το πρωί. Ηταν και ο ίδιος σε άθλια κατάσταση, κάτι που φαίνεται και από την καταγραφή των όσων είπε στο τηλέφωνο: «Εδώ Λεν. Πρέπει να τον επαναφέρετε στη ζωή. Δεν υπάρχει περίπτωση να πεθάνει», θα πει προσπαθώντας παράλληλα να θυμηθεί που βρισκόταν. Ο Γκάτλιν κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο. Ξύπνησε από την φασαρία που γινόταν. «Βγήκα στο διάδρομο και κοίταξα στο άλλο δωμάτιο και είδα τους συμπαίκτες μου. Είδα τον Λένι στο πάτωμα και τότε κατάλαβα ότι κάτι είχε πάει στραβά. Απλά πάγωσα. Τηλεφώνησα στη μητέρα του, την ξύπνησα και της είπα τι συμβαίνει. Ξύπνησα τους υπόλοιπους συμπαίκτες μας και ακολουθήσαμε το ασθενοφόρο. Μέχρι να προλάβουν η μητέρα και ο πατέρας του να φτάσουν στο νοσοκομείο ο Λένι ήταν ήδη κριθεί νεκρός». Ο επικεφαλής ιατροδικαστής του Μέριλαντ απέδωσε τον θάνατο του Μπάιας άμεσα στην κοκαΐνη. Είπε ότι «διέκοψε τον κανονικό ηλεκτρικό έλεγχο του καρδιακού του παλμού, με αποτέλεσμα την αιφνίδια εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων και καρδιακής ανακοπής».

Ο Τριμπλ δικάστηκε με την κατηγορία της προμήθειας της κοκαΐνης, αλλά κρίθηκε αθώος. «Αγαπώ τον Μπάιας», δήλωσε έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου. «Πάντα τον αγαπούσα και πάντα θα τον αγαπώ». Όμως τρία χρόνια αργότερα, το 1990, ο Τριμπλ θα καταδικαζόταν σε 10 χρόνια για διακίνηση κοκαΐνης.

Το ταλέντο που θα απειλούσε τον Τζόρνταν

Ο θάνατος του Μπάιας, έγινε η αφορμή για να ψηφιστούν πιο αυστηρές ποινές, όσον αφορά την κατοχή και διακίνηση ορισμένων ναρκωτικών, ακόμα και σε μικρές ποσότητες. Ετσι τον Οκτώβριο του 1986, λίγο περισσότερο από τέσσερις μήνες μετά την απώλεια του νεαρού αθλητή, ο Πρόεδρος, Ρόναλντ Ρίγκαν, υπέγραψε τον νέο νόμο για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, που καθόριζε τις ποσότητες που θα προκαλούσαν δίωξη για κατοχή. Για το κρακ το όριο ορίστηκε στα 5 γραμμάρια. Για την κοκαΐνη σε σκόνη -το ναρκωτικό που είχε σκοτώσει τον Μπάιας- ορίστηκε στα 500 γραμμάρια. Η ελάχιστη ποινή για καταδίκη σε κάθε περίπτωση ήταν πέντε έτη χωρίς αναστολή.
Ορίστηκε επίσης ελάχιστη ποινή 20 ετών για όποιον καταδικάζεται για διακίνηση ναρκωτικών που προκάλεσε θάνατο ή σοβαρό τραυματισμό.

«Αυτή η νομοθεσία δεν έχει ως στόχο να γεμίσουμε τις φυλακές μας με χρήστες ναρκωτικών», δήλωσε ο Ρίγκαν στον Τύπο, αλλά τελικά το αποτέλεσμά της ήταν ακριβώς αυτό, καθώς το 1986, ο πληθυσμός των φυλακών των ΗΠΑ ανερχόταν σε 522.064 άτομα, ενώ δέκα χρόνια αργότερα, ξεπερνούσε το 1,1 εκατομμύριο.

Αυτή δεν ήταν πάντως η μοναδική τραγωδία που χτύπησε την οικογένεια του, καθώς πέντε χρόνια μετά ο μικρότερος αδελφός του, Τζέι, σκοτώθηκε σε πυροβολισμούς. Η μητέρα τους, Λόνις, προσπάθησε να απαλύνει τον πόνο της με τη δημιουργία ενός ιδρύματος που στηρίζει ψυχολογικά οικογένειες που έχουν χάσει με παρόμοιο τρόπο τα παιδιά τους. «Η δύναμή μου ήταν η πίστη μου. Η οδύνη της απώλειας ενός παιδιού είναι εκατό φορές χειρότερη από ό,τι μπορεί να φανταστεί ένας γονιός. Το σύστημα πεποιθήσεών μου και η πίστη μου στον Ιησού Χριστό είναι ο τρόπος με τον οποίο τα κατάφερα.

Για μένα, ο Λεν και ο Τζέι ήταν δύο σπόροι που έπεσαν στο χώμα για να γεννήσουν ζωή. Δεν θάφτηκαν, φυτεύτηκαν, για να φέρουν νέες πληροφορίες και γνώσεις σε μια άλλη γενιά και ενθάρρυνση σε όσους το χρειάζονται, θα δηλώσει αργότερα σε συνέντευξή της.
Και όταν σκέφτεται την τελευταία φορά που είδε τον Λεν, μια μέρα πριν ημέρα πριν ταξιδέψει στη Νέα Υόρκη για τα ντραφτ, θυμάται μόνο τον ενθουσιασμό του. «Ήταν ενθουσιασμένος, ενθουσιασμένος, ενθουσιασμένος», λέει κάθε φορά που την ρωτούν. Ενθουσιασμένος για ένα μέλλον που κόπηκε τόσο σκληρά, αφήνοντας αναπάντητο ένα από τα μεγάλα ερωτήματα στον κόσμο που μπάσκετ: Μέχρι που τελικά θα μπορούσε να φτάσει ο Λεν Μπάιας;

Κώστας Κουκουλάς-kathimerini.gr