ΣΠΟΡ

Η ημέρα που «έφυγε» ο «Τσάρλι Τσάπλιν του ποδοσφαίρου»

Η ημέρα που «έφυγε» ο «Τσάρλι Τσάπλιν του ποδοσφαίρου»

Σαράντα να χρόνια συμπληρώνονται (20/1) από τότε που «έφυγε» ο «Τσάρλι Τσάπλιν του ποδοσφαίρου», ο Ναουέλ Φραντσίσκο ντος Σάντος, ο γνωστός σε όλους Μανέ Γκαρίντσα.

Ήταν 20 Ιανουαρίου 1983, όταν πέθανε εννέα μήνες πριν κλείσει πενήντα χρόνια ζωής.

Ο κορυφαίος ντριμπλέρ -καλλιτέχνης στην ποδοσφαιρική ιστορία, δεξί εξτρέμ με τεράστιες τεχνικές ικανότητες.

Δεν είχε τη σωματική διάπλαση του αθλητή, μάλλον το αντίθετο: γεννήθηκε με παραμόρφωση στη σπονδυλική στήλη, είχε ανισορροπία λεκάνης, ελαφρύ στραβισμό, το αριστερό πόδι έξι εκατοστά μικρότερο από το δεξί.

Ωστόσο, ήξερε πώς να είναι φαινόμενο στο ποδόσφαιρο, αποκτώντας το παρατσούκλι «του Τσάρλι Τσάπλιν της μπάλας» , όταν ο συμπαίκτης του Τζάλμα Σάντος είχε δηλώσει, «υπήρξε η απάντηση του ποδοσφαίρου στον Τσάρλι Τσάπλιν», ενώ επίσης και του «Αγγέλου με τα στραβά πόδια».

Προσωνύμιο που πήρε αφού γεννήθηκε με μυοσκελετικά προβλήματα στα κάτω άκρα, με το δεξί του πόδι να στρίβει προς τα μέσα και το αριστερό προς τα έξω.

Σύμφωνα με τον Ουρουγουανό συγγραφέα και δημοσιογράφο Εντουάρντο Γκαλεάνο, «στην ιστορία του ποδοσφαίρου κανείς δεν έκανε περισσότερο κόσμο ευτυχισμένο από τον Γκαρίντσα».

Φόρεσε τη φανέλα της Μπαοταφόγκο για δεκατρείς σεζόν, μέχρι το 1966, πριν συνεχίσει με Κορίνθιανς, Ατλέτικο Τζούνιορ και Φλαμένγκο.

Ο Γκαρίντσα, που αποκαλείται έτσι επειδή η λεπτή του εμφάνιση θύμιζε ένα είδος μικρών πουλιών που κυνηγούσε ως παιδί, κατέκτησε επίσης δύο παγκόσμια πρωταθλήματα και συνέχισε να παίζει ακόμα και μετά το τέλος της σταδιοδρομίας του. Το έπραξε σε ερασιτεχνικές ομάδες, όπως η Σακροβάνο, κοντά στη Ρώμη , με προπονητή τον Ντίνο ντα Κόστα , πρώην συμπαίκτη του στη Μποταφόγκο.

Είναι ο πρώτος παίκτης στην Ιστορία, που την ίδια χρονιά, το 1962, κατέκτησε το Μουντιάλ, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ σε αυτό και πήρε την «χρυσή μπάλα» της FIFA.

Η ζωή του καταστράφηκε σταδιακά από το αλκοόλ. Πέθανε από τις συνέπειες του, από πνευμονικό οίδημα και κίρρωση του ήπατος, φτωχός, όπως ήταν σχεδόν πάντα κατά τη διάρκεια της ζωής.

Σε ηλικία 49 ετών, έχοντας κάνει ένα ολόκληρο λαό να ονειρεύεται, «αναγκάζοντάς» τον να γεμίσει τους τοίχους του Ρίο γράφοντας: «Γκαρίντσα, σ΄ ευχαριστούμε που έζησες».

Συγκλονιστικές οι εικόνες στην κηδεία του , όπου εκατομμύρια Βραζιλιάνοι, βρέθηκαν στην διαδρομή της πομπής, όπου ένα όχημα της πυροσβεστικής-όπως συνέβη και στην κηδεία του Πελέ- είχε πάνω το φέρετρό του, διασχίζοντας το Ρίο Ντε Τζανέϊρο, από το «Μαρακάνα» μέχρι το Πάου Γκράντε.

Η προτομή του βρίσκεται στο στάδιο Μαρακανά, το όνομα του έχει δοθεί στο εθνικό στάδιο “Mane Garrincha” της Μπραζίλια, ενώ στο τάφο του γράφτηκε: «Εδώ, αναπαύεται εν ειρήνη, αυτός που ήταν η χαρά του λαού. Μανέ Γκαρίντσα».

Έκανε 50 συμμετοχές και 12 γκολ με την εθνική Βραζιλίας, 598 και 232 αντίστοιχα με τους συλλόγους.