ΑΛΗΘΕΙΕΣ

Ο θυμός που σπαταλάμε

Ο θυμός που σπαταλάμε

Καθώς άλλη μια επεισοδιακή χρονιά κλείνει, αξίζει ως πολίτες να κάνουμε ένα ταμείο και να αξιολογήσουμε το αποτέλεσμα όλης αυτής της ενάρετης οργής που σπαταλήσαμε φέτος. Για ποια θέματα θυμώσατε εσείς το 2023; Για ποια εξοργιστήκατε, τα πήρατε στο κρανίο, είπατε “φτάνει πια”, είπατε “ως εδώ”; Είμαι σίγουρος ότι ήταν πολλά. Και το ερώτημα είναι: και μετά τι έγινε; Η οργή κάποια στιγμή εξατμίστηκε. Πήγαμε παρακάτω. Έτσι γίνεται πάντα. Για ένα διάστημα καυτό, όμως, θυμώσαμε. Οργιστήκαμε πολύ. Τι έγινε αυτός ο θυμός; Αυτή η ενέργεια; Πού πήγαν; Μετουσιώθηκαν σε κάποια εμπειρία, σε αυξημένη επίγνωση, γνώση, ενσυναίσθηση, ωρίμανση; Μήπως μετουσιώθηκαν και σε κάποιας μορφής δράση; Ή μήπως δεν έγιναν τίποτε;

Έχω την (αυθαίρετη, αυτοσχέδια) θεωρία ότι ο σύγχρονος άνθρωπος υπάρχει για να θυμώνει. Σαν παιδιά που δεν μεγάλωσαν ποτέ, ξεσπάμε από την αδυναμία να διαχειριστούμε τα συναισθήματά μας. Ξυπνάμε το πρωί ψάχνοντας αφορμή, το χέρι απλώνεται στο κινητό και σκρολάρουμε αχόρταγα μέχρι να βρούμε κάτι που θα μας εξαγριώσει. Που θα μας ξυπνήσει. Κι η πραγματικότητα γεννάει γενναιόδωρα αφορμές, και οι πλατφόρμες μας σερβίρουν ευκαιρίες, οι αλγόριθμοί τους γι’ αυτό το λόγο είναι φτιαγμένοι. Και βρίσκουμε.

Υπάρχουν πράγματα που θυμώνουν υποσύνολα με χαρακτηριστικά ιδιαίτερα, ανθρώπους ευάλωτους κι ευερέθιστους για συγκεκριμένους λόγους (όπως ένα έργο τέχνης στο σχήμα της ελληνικής σημαίας) ή πράγματα που θυμώνουν κάποιους πολύ, αλλά πάρα πολλούς άλλους, κατά τα άλλα ευάλωτους και ευερέθιστους, όχι (όπως ο χαμός εκατοντάδων ανθρώπων στ’ ανοιχτά της Πύλου). Υπάρχουν όμως και κάποια που πυροδοτούν το θυμό των περισσότερων, θυμοί που ανατροφοδοτούνται και αναφλέγονται συλλογικά, που εξαπλώνονται κι αγγίζουν σχεδόν ολόκληρη την κοινωνία.

Πρόσφατα δεν είπαμε όλοι μαζί “ως εδώ” για την οπαδική βία; Για τις δεκαετίες ανοχής στη βία και τη χυδαιότητα στα γήπεδα από εργαλειοποιημένους αφιονισμένους νέους άνδρες χωρίς πυξίδα, επίγνωση και όρια; Δυο άνθρωποι δολοφονήθηκαν το 2023 από αυτή την κοινωνική αρρώστια. Τέτοιο καιρό του χρόνου τι σας φαίνεται πιο πιθανό: να έχει εισακουστεί η οργή μας και να έχουν υλοποιηθεί σοβαρές τομές στον επαγγελματικό αθλητισμό για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες ανομίας, ή να έχουμε πάλι άδεια γήπεδα επειδή κάποιοι άλλοι φίλαθλοι θα έχουν διασχίσει την Ελλάδα ανενόχλητοι με σκοπό να τα σπάσουν και να σφάξουν, κι εμείς να είμαστε πάλι έξαλλοι από ενάρετο θυμό;

Και θυμώσαμε και με τόσα άλλα φέτος. Το όνομα “Αντώνης Καρυώτης” το θυμάστε; Ήταν ο άνθρωπος που πέταξαν από τον καταπέλτη του “Blue Horizon” στον Πειραιά και πνίγηκε. Τι έγινε με αυτή την ιστορία; Τι άλλαξε στις ακτοπλοϊκές μεταφορές μετά από το τσουνάμι της παλλαϊκής μας οργής; Τι άλλαξε στη συμπεριφορά μας ως πολίτες, μεταξύ μας;

Κι άλλες ερωτήσεις: τι γίνεται με τη διαδικασία απόδοσης ευθυνών για το σκάνδαλο στα Τέμπη; Ξέρουμε ότι Γραφείο των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων άσκησε δίωξη σε 23 άτομα που εμπλέκονται στην προβληματική υλοποίηση της σύμβασης για την σηματοδότηση και τηλεδιοίκηση. Πώς και δεν τους τσίμπησε αυτούς τόσα χρόνια η ελληνική δικαιοσύνη; Πού βρίσκεται το θέμα του σκανδάλου των υποκλοπών και των ενεργειών συγκάλυψής του; Πώς πάει η δίκη για το Μάτι; Τι έγινε με εκείνη την παραπομπή του Αχιλλέα Μπέου στη δικαιοσύνη για τις ομοφοβικές του δηλώσεις; Θυμάστε την οργή για το σκυλί που το σκοτώσαν στην Αράχωβα; Τη φλόγα, το πάθος, τις απειλές για μποικοτάζ, τις διαδηλώσεις; Πριν από δύο εβδομάδες γίνονταν όλα αυτά. Μπορεί, τελικά, να μην ήταν έγκλημα. Το ξεπεράσατε;

Δεν θυμώνουμε επειδή θέλουμε κάτι να αλλάξει -θυμώνουμε επειδή θέλουμε να είμαστε θυμωμένοι

Θυμώναμε με όλα αυτά, απαιτούσαμε λύσεις, απαντήσεις, δικαιοσύνη. Και μετά παύαμε. Όχι σε όλες τις περιπτώσεις. Όχι όλες και όλοι. Το καλοκαίρι του 2023 μετά το αίσχος με τους απατεώνες που καταπατούσαν παραλίες με ξαπλώστρες και μπιτσόμπαρα, ξεσηκώθηκε ένα κύμα οργής, αλλά δημιουργήθηκε και ένα κίνημα δράσης. Άνθρωποι έχυσαν χολή και φαρμάκι από το πληκτρολόγιο, αλλά κάποιοι σηκώθηκαν και πήγαν και να κάνουν κάτι για να αλλάξει αυτό που τους θυμώνει. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όμως, μόνο χολή και θυμός, για λίγο, και μετά τέλος. Όχι από κόπωση. Δεν θα μπορούσε να είναι η κόπωση η εξήγηση, γιατί λίγο μετά θυμώναμε για κάτι άλλο, επόμενο. Γι’ αυτό νομίζω ότι σε κάποιο επίπεδο ο θυμός για εμάς έχει γίνει αυτοσκοπός. Δεν θυμώνουμε επειδή θέλουμε κάτι να αλλάξει -θυμώνουμε επειδή θέλουμε να είμαστε θυμωμένοι.

Φταίει η ανολοκλήρωτη ενηλικίωση; Ότι δεν ξέρουμε πώς αλλιώς να διαχειριστούμε έναν κόσμο δύσκολο, περίπλοκο; Το ότι είμαστε τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας; Το ότι μεγαλώνουμε σε σπίτια όπου κυριαρχεί η υστερία; Ή μήπως φταίνε οι αλγόριθμοι, που μας παίρνουν απ’ το χεράκι και μας διδάσκουν παβλοφικά να σκρολάρουμε αναζητώντας την οργή; Ποιος ξέρει. Το σίγουρο είναι πως την οργή που ξεχειλίζει από τις οθόνες και τα σόσιαλ μίντια τη βλέπουμε μετά στους δρόμους, στον τρόπο με τον οποίο οδηγούμε, στο πώς μιλάμε μεταξύ μας, στο πως φερόμαστε και αντιμετωπίζουμε τους άλλους. Είναι σαν μια διαβρωτική ενέργεια που μας κάνει χειρότερους, που κάνει τις ζωές μας πιο δύσκολες, μίζερες και άδειες, που μας φθείρει, μας εξουθενώνει και που στο τέλος δεν οδηγεί και σε κανένα απτό αποτέλεσμα, σε κανένα δίδαγμα, σε καμία πρόοδο. Τις προάλλες είδα στο δρόμο δυο ανθρώπους που τσακώνονταν. Αμέσως κατάλαβα ότι αιτία της αρχικής διαφωνίας τους ήταν μια παρεξήγηση. Σε εκείνο το σημείο η παρεξήγηση είχε γίνει προφανής και στους δύο. Κανένας δεν είχε αδικηθεί, κανείς δεν είχε βλάψει τον άλλο. Αλλά δεν μπορούσαν να σταματήσουν. Δεν είχανε τελειώσει. Είχαν κι άλλο θυμό να δώσουν. Οπότε συνέχισαν να τσακώνονται. Ήταν ανάγκη τους, πια, κι επιλογή.

Θοδωρής Γεωργακόπουλος – kathimerini.gr