ΖΩΗ

Πεθαίνοντας στην εποχή των σόσιαλ μίντια

Θρήνος κοντά στο Staples Center από νεαρούς κατοίκους του Λος Άντζελες, που μεγάλωσαν με τη βεβαιότητα ότι ο Κόμπι θα είναι πάντα εκεί γι’ αυτούς.

Πολύ συχνά, όταν συμβαίνει κάποιο φριχτό δυστύχημα, ανατρέχουμε στην –τραγικής ειρωνείας– δήλωση του Αλμπέρ Καμί, ότι τίποτα δεν είναι πιο παράλογο από έναν θάνατο σε τροχαίο. Ισχύει το ίδιο, φαντάζομαι, και στην περίπτωση της συντριβής ενός ελικοπτέρου. Σπανίως θυμόμαστε, πάντως, ότι αυτή είναι μόνο η μισή φράση του Καμί. Η άλλη μισή είναι: «…και τίποτα δεν είναι πιο σκανδαλώδες από τον θάνατο ενός παιδιού». Και είναι πράγματι σκανδαλώδες και παράλογο αυτό που συνέβη πριν από μία εβδομάδα, γιατί πώς αλλιώς να περιγράψει κανείς τον θάνατο του Κόμπι Μπράιαντ, της 13χρονης κόρης του Τζιάνα και των επτά ακόμα ανθρώπων οι οποίοι επέβαιναν στο ελικόπτερο που συνετρίβη μέσα στην ομίχλη, στους λόφους της Καλιφόρνια;

Συνυπολογίζοντας τη δημοφιλία και την ηλικία του Κόμπι, αλλά και τη βιαιότητα του δυστυχήματος, ο θάνατός του κατατάσσεται πολύ ψηλά στη λίστα των πιο σοκαριστικών απωλειών, πιθανόν όλων των εποχών. Είναι, επίσης, ο πρώτος σταρ τέτοιου βεληνεκούς που «φεύγει» τόσο ξαφνικά στην εποχή της κυριαρχίας του διαδικτύου και των σόσιαλ μίντια – και το ίντερνετ αντέδρασε κατ’ αρχάς όπως αναμενόταν: αστραπιαία, υστερικά και επιπόλαια.

Πρώτα απ’ όλα, η αμφιλεγόμενης ηθικής σελίδα TMZ, που «έβγαλε» πρώτη το θέμα, δεν περίμενε, ως ώφειλε, να ενημερωθούν από την αστυνομία οι οικογένειες των θυμάτων. Ακολούθησαν διάφορες τερατώδεις φήμες, οι οποίες αναπαράχθηκαν ελαφρά τη καρδία, όπως ότι εντός του ελικοπτέρου βρίσκονταν και οι τέσσερις κόρες του Κόμπι ή ακόμα και ο άλλοτε συμπαίκτης του Ρικ Φοξ. Ακόμα και τα πιο σοβαρά και αξιόπιστα μέσα παρασύρθηκαν από τον πυρετό της ταχύτητας, υποπίπτοντας σε απροσεξίες, και έτσι, για παράδειγμα, το BBC παρουσίασε την είδηση του θανάτου του Κόμπι Μπράιαντ προβάλλοντας πλάνα από αγώνες του Λεμπρόν Τζέιμς!

Το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα ήταν το τουίτ της Φελίσια Σόνμεζ της Washington Post, η οποία ανάρτησε ένα παλαιότερο δημοσίευμα με την υπόθεση της κατηγορίας του Μπράιαντ για τη σεξουαλική κακοποίηση μιας 19χρονης κοπέλας το 2003. Η Σόνμεζ διέγραψε τελικά το τουίτ και δέχτηκε, κατά δήλωσή της, δεκάδες χιλιάδες απειλές για τη ζωή της, ενώ η εφημερίδα την έθεσε σε διαθεσιμότητα. Το αν η δημοσιογράφος έπραξε χυδαία ή θαρραλέα είναι μια θαυμάσια υπόθεση εργασίας για τους κοινωνιολόγους της εποχής των σόσιαλ μίντια. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η ιστορία εκείνη –η οποία λύθηκε εξωδικαστικά και χωρίς να απαντηθούν όλες οι απορίες μας για το τι ακριβώς είχε γίνει– αποτελεί ένα αγκάθι στην υστεροφημία του Μπράιαντ, ο οποίος κατά τα άλλα (και χωρίς αυτό να τον αθωώνει, προφανώς) υπήρξε ένας άνθρωπος με πλατύ χαμόγελο, ευγενικός, με βαθιά σκέψη, συναίσθηση και ποιότητα, ένα όμορφο πρότυπο, σωστός.

Το μερίδιο μας στο πένθος

Σε ένα παλαιότερο άρθρο του περιοδικού Time, σχετικά με το πώς συμπεριφερόμαστε όταν θρηνούμε δημοσίως στο ίντερνετ για ένα διάσημο πρόσωπο, σημειώθηκε η εξής διαπίστωση: «Τα σόσιαλ μίντια τροφοδοτούν την επιθυμία μας να είμαστε η πηγή της έκτακτης πληροφορίας, να νιώθουμε σημαντικοί, να φαινόμαστε ενημερωμένοι και ενδιαφέροντες. Η ατέλειωτη αναμετάδοση της τραγωδίας καταλήγει να αφορά λιγότερο την έκφραση της θλίψης και περισσότερο την επιθυμία μας να αποδείξουμε ότι είμαστε μέσα στα πράγματα και ότι και εμείς, επίσης, έχουμε επηρεαστεί από την απώλεια». Αυτό δεν είναι αφοριστικό. Ο θάνατος ενός διάσημου ανθρώπου, εντελώς ξένου κατά τα άλλα σε προσωπικό επίπεδο, μπορεί όντως να μας επηρεάσει. Αν κάποιος μεγάλωσε με τα τραγούδια του Μπάουι ή με τα μυθιστορήματα του Ροθ, είναι λογικό να νιώσει βαθιά θλίψη με την είδηση του θανάτου τους.

Υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι που προσπάθησαν να αντιγράψουν τις κινήσεις του Κόμπι κάτω από μια μπασκέτα, που τον είχαν αφίσα στο εφηβικό τους δωμάτιο, που μεγάλωσαν παράλληλα με τα κατορθώματά του. Είναι λογικό να εκφράσουν τη θλίψη τους. Όπως και όσοι δεν είχαν στην πραγματικότητα καμιά ιδέα ποιος ήταν ο Κόμπι, αλλά παρασύρθηκαν από το δέος μπροστά στην είδηση ότι ένας πατέρας σκοτώθηκε πηγαίνοντας την κόρη του σε έναν αγώνα μπάσκετ. Δεν μπορεί να μετρηθεί, δηλαδή, πότε μιλάμε για ειλικρινή έκφραση ενός συναισθήματος και πότε τα επιφωνήματα απελπισίας που εμφανίζονται μαζικά στα προφίλ των χρηστών των σόσιαλ μίντια αποτελούν απλώς ναρκισσιστικές κραυγές.

«Έχω σοκαριστεί»

Μια ανάλογη διάκριση μπορούμε να κάνουμε και αν διαβάσουμε τα μηνύματα των επωνύμων, των παλιών συμπαικτών ή αντιπάλων του, των ανθρώπων που τον γνώριζαν καλά ή καθόλου και αυτών που ίσως τον είχαν συναντήσει κάποτε και θυμήθηκαν με αυτή την αφορμή μια προσωπική τους ιστορία. Στις αντιδράσεις ορισμένων ήταν έκδηλος ο πόνος, αλλά και ο τρόμος, και διαβάσαμε μηνύματα πραγματικά συγκινητικά. Άλλοι, όμως –οι περισσότεροι–, έμοιαζαν αμήχανοι και σχολίασαν κάτι («δεν μπορώ να το πιστέψω», «έχω σοκαριστεί», «ας είναι ψέματα» κ.ά.), επειδή ένιωσαν την υποχρέωση να το κάνουν, επειδή δεν μπορούσαν να αποκλειστούν από αυτό το μοίρασμα της θλίψης, επειδή υπακούν στο μοτίβο συμπεριφοράς σύμφωνα με το οποίο όλοι οφείλουν να έχουν μια άποψη για όλα.

Υπήρξαν, πάντως, και οι άλλοι. Αυτοί που σχολίασαν ότι «πώς κάνετε έτσι για έναν μπασκετμπολίστα» και ότι «κάθε μέρα σκοτώνονται εκατοντάδες παιδιά στον Τρίτο Κόσμο». Το επιχείρημα αυτό δεν είναι καινούργιο, είναι πολύ «εύκολο», εκβιαστικό και, τελικά, άχρηστο.

Το μέγεθος της τραγωδίας αποτυπώθηκε καλύτερα στα παγωμένα πρόσωπα χιλιάδων κατοίκων του Λος Άντζελες, που συγκεντρώθηκαν αυθόρμητα έξω από το γήπεδο των Λέικερς, αφήνοντας λουλούδια, αναμνηστικά και δάκρυα. Είχαν χάσει έναν αγαπημένο τους. Έναν δικό τους άνθρωπο. Γιατί ο Κόμπι υπήρξε ένας ήρωας της πόλης. Εμφανίστηκε στα γήπεδα του ΝΒΑ το 1997, στο λυκόφως της εποχής του Τζόρνταν, ένας φιλόδοξος έφηβος που μεταπήδησε στο επαγγελματικό επίπεδο κατευθείαν από το λύκειο και μετέφερε το ενδιαφέρον από την ανατολική περιφέρεια στη δυτική ακτή, χαρίζοντας στους Λέικερς τη χαμένη τους αίγλη και επαναφέροντας την κουλτούρα του «showtime». Σημάδεψε μια εποχή.

Κέρδισε πέντε πρωταθλήματα και έμεινε για πάντα πιστός στην ομάδα του, φορώντας για είκοσι σεζόν τη φανέλα με το χρυσό και το μοβ. Το χρυσό της λάμψης, της επιτυχίας και του κύρους και το μοβ της φαντασίας και του μυστηρίου, του μεταφυσικού και, φυσικά, του πένθους. Τα χρώματα της μοναδικής ομάδας που αγάπησε ο Κόμπι Μπράιαντ είναι αυτά που περιγράφουν τον κύκλο της υπέροχης και τραγικής ζωής του.

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ-kathimerini.gr