ΖΩΗ

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί ποιήματα του ελληνικού μοντερνισμού

Η έκδοση «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί. Ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης», που κυκλοφορεί από το Μεταίχμιο, έρχεται είκοσι σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατο του Αναγνωστάκη, για να ξεδιπλώσει πανοραμικά μπροστά μας έναν χάρτη του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού

Είναι σπουδαίο να έχει κανείς την ευκαιρία να πιάσει ξανά επαφή με ποιητές που έφυγαν από τη ζωή πριν από αρκετά χρόνια, και μάλιστα διαβάζοντας όχι τα ποιήματα των ίδιων, αλλά σημαντικών προκατόχων τους, οι οποίοι διαμόρφωσαν το προσωπικό τους γούστο και επηρέασαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την πορεία της φωνής τους μέσα στον χρόνο.

Η έκδοση «Ο Μανόλης Αναγνωστάκης ανθολογεί. Ένα πανόραμα της νεωτερικής μας ποίησης», που κυκλοφορεί από το Μεταίχμιο, έρχεται είκοσι σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατο του Αναγνωστάκη, για να ξεδιπλώσει πανοραμικά μπροστά μας έναν χάρτη του ελληνικού ποιητικού μοντερνισμού: από τον Τάκη Παπατσώνη, τον Θεόδωρο Ντόρρο, τον Αναστάσιο Δρίβα, τον Γιώργο Θέμελη, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τη Ζωή Καρέλλη, τον Γ. Θ. Βαφόπουλο, τον Δ. Ι. Αντωνίου και τον Αλέξανδρο Μπάρα μέχρι τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Νικήτα Ράντο, τον Γιώργο Σαραντάρη, τον Ζήση Οικονόμου, τον Γιάννη Ρίτσο, τον Νίκο Γκάτσο, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Αλέξανδρο Μάτσα, τον Νικηφόρο Βρεττάκο, τον Μηνά Δημάκη και τον Τάκη Βαρβιτσιώτη ή τον Άρη Δικταίο.

 

Το 1987 ο Αναγνωστάκης διάβασε στον ραδιοσταθμό του Ηρακλείου Κρήτης ποιήματα ελασσόνων ποιητών της προπολεμικής περιόδου, ποιήματα, όπως τα έλεγε ο ίδιος, «λυρικά μιας εποχής στους παλιούς ρυθμούς». Η επιλογή αυτή κυκλοφόρησε το 1990 με τίτλο «Η χαμηλή φωνή» από τη Νεφέλη και έρχεται πλέον να συμπληρωθεί με την ανά χείρας έκδοση, η οποία έχει τις ρίζες της και πάλι στον ραδιοφωνικό σταθμό Ηρακλείου. Γι’ αυτόν ηχογράφησε ο Αναγνωστάκης, το καλοκαίρι του 1988, με τη συνεργασία του Γιώργου Ζεβελάκη, τα ποιήματα των νεωτερικών ποιητών. Σε συνέντευξη που έδωσε τότε ο ποιητής στον Ζεβελάκη, και που δημοσιεύεται τώρα ως εισαγωγή στην ανθολογία, ξεκαθαρίζει πως οι επιλογές του είναι λιγότερο υποκειμενικές από όσο ήταν με την παραδοσιακή ποίηση – και τούτο γιατί ήθελε να δείξει σε ένα πιο αντιπροσωπευτικό φάσμα ένα τόσο ευρύ και περίπλοκο καλλιτεχνικό κίνημα, όπως ο ποιητικός μοντερνισμός.

Τι είναι ο ελεύθερος στίχος και πώς οδηγεί στη μορφική αποδέσμευση; Πώς η γλώσσα της καθημερινότητας και του κοινού, αδιακόσμητου λόγου μετατρέπεται σε πεδίο της σύγχρονης ποιητικής έκφρασης; Κι ακόμα, μέσα από ποιους δρόμους καταργούνται τα όρια ανάμεσα στην πεζογραφία και την ποίηση, δημιουργώντας παράδοξες και ταυτοχρόνως ανατρεπτικές αναμίξεις; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θέτει ο Αναγνωστάκης με την ανθολογία του, επιμένοντας ότι, προκειμένου να παρουσιαστούν με κάποια επάρκεια οι νεωτερικοί ποιητές, έπρεπε να υιοθετηθεί ένα πιο αντικειμενικό κριτήριο. Η υποκειμενικότητα, ωστόσο, του ανθολόγου-ποιητή ευτυχώς δεν κρύβεται. Ας μην ξεχάσουμε πως ο Αναγνωστάκης σταμάτησε νωρίς να γράφει ποίηση, ενώ το 1987 ανθολόγησε τον εαυτό του σε ένα βιβλίο των εκδόσεων του θεσσαλονικιώτικου περιοδικού «Παρατηρητής» που είχε τίτλο «Μανόλης Αναγνωστάκης αυτοανθολογούμενος» (με ένα σημείωμα του Ξ. Α. Κοκόλη). Εκεί έκλεινε μια πορεία που ήταν ολοκληρωμένη ήδη από τη δεκαετία του 1970 μια και ο Αναγνωστάκης ήταν πεπεισμένος πως η ποιητική πράξη αποτελεί έργο της νεανικής ηλικίας. Σε αυτή τη βάση είναι επιλεγμένα και τα ποιήματα των νεωτερικών ποιητών, που αποτυπώνουν τα φανερώματα της νιότης τους χωρίς να καλύπτουν (και ακόμα λιγότερο να εξαντλούν) το υστερότερο έργο τους.

Παρόλα αυτά, τα 197 ποιήματα των 22 ανθολογούμενων ποιητών (η επιμέλεια είναι του Γιώργου Ζεβελάκη) δίνουν μια στιβαρή εικόνα του ελληνικού μοντερνισμού, δίχως να εγκλωβίζονται στα στενά όρια της λογοτεχνικής γενιάς και των χρονολογιών πρώτης εμφάνισης ή πρώτης δημοσίευσης (τα συνήθη μέτρα και σταθμά για τις ποιητικές ανθολογίες). Κι έτσι οι νεωτερικοί ποιητές του Αναγνωστάκη συνιστούν όντως ένα αντιπροσωπευτικό δειγματολόγιο των τάσεων, των διαθέσεων και των κατευθύνσεων του καιρού τους: μια στιγμή σε πολλαπλές εκδοχές ή μάλλον πολλαπλές εκδοχές ενός όχι ενιαίου, αλλά ακανόνιστου φαινομένου με ποικίλες και ασύμμετρες απολήξεις.