ΤΕΧΝΕΣ

Ο Αμερικανός που μισούσε τον ρατσισμό

Ο Αμερικανός που μισούσε τον ρατσισμό
Στον «Πολίτη Κέιν» –ή «Αμερικανό», όπως ήταν ο πρώτος τίτλος του φιλμ– ο Γουέλς έβαλε στο μάτι τον βαρώνο των μίντια και θαυμαστή του Χίτλερ, Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ. Πριν από την πρεμιέρα, εταιρείες όπως η MGM ήθελαν να αγοράσουν την ταινία από την παραγωγό RKO, προκειμένου να την… κάψουν

Με τη νέα του ταινία ο Ντάνι Γου συστήνει ξανά τον Όρσον Γουέλς στο κοινό του Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης

Το 1941 όταν κυκλοφόρησε ο «Πολίτης Κέιν», ο Ορσον Γουέλς ήταν 25 χρόνων. Σε ηλικία που άλλοι δημιουργούν τα συχνά ατσούμπαλα πρωτόλεια έργα τους, εκείνος παρέδωσε στο ντεμπούτο του μία από τις τέσσερις-πέντε κορυφαίες ταινίες της κινηματογραφικής ιστορίας. Η ιδιοφυΐα του Αμερικανού σκηνοθέτη –και σεναριογράφου, ηθοποιού, παραγωγού– έχει αναλυθεί εξαντλητικά, εκείνο ωστόσο που αναφέρεται λιγότερο συχνά είναι το πόσο «ανεπιθύμητος» υπήρξε για κάποια χρόνια στην ίδια του την πατρίδα, με αποτέλεσμα την αυτοεξορία του από τα τέλη του 1947 έως το 1956 στην Ευρώπη. Οσα συνέβησαν μέχρι να φτάσει σε αυτή την απόφαση τα βλέπουμε στο ντοκιμαντέρ «Αμερικανός: μια Οδύσσεια έως το 1947» του Ντάνι Γου, το οποίο έκανε πρεμιέρα την Κυριακή 5/3 στο εν εξελίξει Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Ολα πάντως ξεκινούν με τον «Πολίτη Κέιν» ή τον «Αμερικανό», όπως ήταν ο πρώτος τίτλος του θρυλικού φιλμ. Ο Γουέλς είχε βάλει από νωρίς στο μάτι τον επιχειρηματία και βαρώνο των αμερικανικών μίντια, Γουίλιαμ Ράντολφ Χερστ, ο οποίος δεν έκρυβε τον θαυμασμό του προς τον Χίτλερ, ενώ προωθούσε τη βαθιά συντηρητική – ρατσιστική ατζέντα πριν από το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οταν το 1940 μπήκε στο παιχνίδι ο σεναριογράφος Χέρμαν Μάνκιεβιτς, η φιγούρα του Τσαρλς Φόστερ Κέιν, βασισμένη σε εκείνη του Χερστ, πήρε σάρκα και οστά. Η ταινία ήταν πια έτοιμη, όμως αυτό δεν σήμαινε ότι θα κυκλοφορούσε και απρόσκοπτα στις αίθουσες. Ηδη πριν από την πρεμιέρα άλλες εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η MGM, ήταν διατεθειμένες να αγοράσουν τον «Πολίτη Κέιν» από την παραγωγό RKO, προκειμένου να τον… κάψουν. Ακόμη και όταν τελικά κυκλοφόρησε σε περιορισμένο κύκλωμα αιθουσών (λόγω των υπόγειων πιέσεων), οι επιδόσεις στα ταμεία ήταν μέτριες, παρόλο που αρκετοί από όσους την είδαν τη χαρακτήρισαν αριστούργημα.

Αυτή όμως ήταν μόνο η αρχή των εχθροπραξιών. Στο ντοκιμαντέρ του Γου παρακολουθούμε πώς σταδιακά ο Ορσον Γουέλς μετατρέπεται από παιδί-θαύμα της αμερικανικής καλλιτεχνικής σκηνής και προσωπικό φίλο του Φράνκλιν Ρούσβελτ, σε ύποπτο «κομμουνιστικών διασυνδέσεων», κάτω από το μικροσκόπιο του Τζ. Εντγκαρ Χούβερ. Μεσολαβεί, εν μέσω του πολέμου, μια λιγότερο γνωστή αποστολή του σκηνοθέτη στη Βραζιλία, φαινομενικά προκειμένου να γυρίσει ένα φιλμ γύρω από το καρναβάλι του Ρίο, στην πραγματικότητα όμως με στόχο να ενισχύσει τη φιλοαμερικανική τάση της πολυπληθούς χώρας της Λατινικής Αμερικής. Ο Γουέλς από την πλευρά του μετέτρεψε την ταινία σε ουμανιστικό – αντιρατσιστικό μήνυμα, κινηματογραφώντας δίχως στερεοτυπική ματιά μαύρους και λευκούς κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων. Στον αμερικανικό Νότο των νόμων του Τζιμ Κρόου, η ταινία απαγορεύτηκε.

«Η ταινία μου ήθελα όχι μόνο να καθρεφτίζει την καριέρα του Γουέλς, αλλά να φωτίζει το κοινωνικό υπόβαθρο της εποχής και με έναν τρόπο να το συνδέει με την έμπνευση πίσω από τα δικά του πρότζεκτ»

Γενικώς το δεύτερο κομμάτι του ντοκιμαντέρ, ενισχυμένο και από καλοφτιαγμένο 3D animation που καλύπτει τα εικονογραφικά κενά, έχει να κάνει με τον ρατσισμό, τον οποίο ο Ορσον Γουέλς πολέμησε σθεναρά καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1940. «Πολύ συχνά στα ιστορικά ντοκιμαντέρ η προσοχή πέφτει στον σπουδαίο λευκό ήρωα, ενώ η υπόλοιπη κοινωνία μένει στο περιθώριο. Η δική μου ταινία ήθελα, όχι μόνο να καθρεφτίζει την καριέρα του Γουέλς, αλλά να φωτίζει το κοινωνικό υπόβαθρο της εποχής και με έναν τρόπο να το συνδέει με την έμπνευση πίσω από τα δικά του πρότζεκτ», σημειώνει ο Ντάνι Γου. Με την έρευνά του, ο τελευταίος ανακάλυψε ότι ένας από τους βασικούς λόγους που ο Γουέλς στοχοποιήθηκε από το FBI και αναγκάστηκε τελικά να εγκαταλείψει την Αμερική, ήταν η αταλάντευτη στήριξη, κυρίως μέσω των ραδιοφωνικών εκπομπών του, στην υπόθεση του Αϊζακ Γούνταρντ, Αφροαμερικανού βετεράνου, ο οποίος ξυλοκοπήθηκε άγρια και τυφλώθηκε από αστυνομικούς στη Νότια Καρολίνα το 1946.

Η ιστορία του Γούνταρντ παρουσιάζεται εδώ αναλυτικά μέσα από τις αφηγήσεις του ανιψιού και της ανιψιάς του, οι οποίοι δίνουν συγκινητικές συνεντεύξεις. Οι προκαταλήψεις ωστόσο στις ΗΠΑ της δεκαετίας του 1940 δεν στρέφονταν μόνο ενάντια στους μαύρους. Υστερα από την καταστροφή του Περλ Χάρμπορ και την είσοδο της χώρας στον πόλεμο, οι Ασιάτες της Αμερικής, είτε Ιάπωνες είτε όχι, βρέθηκαν σε πολλές περιπτώσεις στο στόχαστρο. Ανθρωποι χτυπήθηκαν, καταστήματα καταστράφηκαν, ρατσιστικά συνθήματα γράφτηκαν στους τοίχους. Η εχθρότητα ανάγκασε τους γονείς του μικρού τότε Χάουαρντ Κακίτα –τρίτη γενιά μεταναστών– να στείλει εκείνον και την αδελφή του πίσω στην Ιαπωνία. Το σπίτι της γιαγιάς τους στη Χιροσίμα ήταν μέσα στον δακτύλιο δράσης της ατομικής βόμβας που έπεσε το 1945· ο ίδιος σώθηκε από θαύμα. Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα αφηγείται στην κάμερα του Γου όσα έζησε, καθώς και την επιστροφή του στην Αμερική το 1947, χρονιά κατά την οποία ο Ορσον Γουέλς την εγκατέλειπε.

«Καθώς ο Ορσον Γουέλς φεύγει για το αεροδρόμιο, μπορώ να φανταστώ την αποξένωση που νιώθει, αναγκασμένος να αφήσει την Αμερική, τη χώρα που αγαπά. Είναι το ίδιο συναίσθημα που έχει ο Χάουαρντ Κακίτα, ο οποίος πρέπει να επιστρέψει στην Αμερική λίγο έπειτα από τον βομβαρδισμό του σπιτιού του στην Ιαπωνία. Αυτό που νιώθει και ο Αϊζακ Γούνταρντ ζώντας στη χώρα, όπου το δικαστήριο έκρινε τον άνθρωπο που τον τύφλωσε αθώο», καταλήγει ο Ντάνι Γου.

Αιμίλιος Χαρμπής-kathimerini.gr