ΕΛΛΑΔΑ

«Οδύσσεια» για δύο αδέλφια από το Αφγανιστάν

Ασυνόδευτα προσφυγόπουλα ζουν σε δομές φιλοξενίας στην Ελλάδα, ελπίζοντας ότι θα ανταμώσουν με τις οικογένειές τους σε κάποια χώρα της Βόρειας Ευρώπης. Ομως, η έκβαση των υποθέσεών τους είναι αβέβαιη…

Τα δύο αδέλφια από το Αφγανιστάν έφτασαν στο αεροδρόμιο του Αμστερνταμ νωρίς το πρωί. Παρότι αυτό το ταξίδι το περίμεναν χρόνια –τρία για την ακρίβεια– ήταν φοβισμένα. Τις τελευταίες εβδομάδες πριν από την αναχώρησή τους, είχαν πολλές φορές ρωτήσει δειλά τους κοινωνικούς λειτουργούς του ξενώνα που τους φιλοξενούσε στην Αθήνα εάν θα μπορούσαν να μη φύγουν και να μείνουν στην Ελλάδα. Μετά αμέτρητες δυσκολίες είχαν επιτέλους προσαρμοστεί, πήγαιναν σχολείο και είχαν κάνει φίλους.

Στον ξενώνα κατανοούσαν πως αυτή ήταν μια απολύτως αναμενόμενη αντίδραση, στην Ολλανδία όμως θα γινόταν οικογενειακή επανένωση με τη θεία τους, θα είχαν μια πραγματική ευκαιρία για μια καλύτερη ζωή, γι’ αυτό και προσπαθούσαν να τα καθησυχάσουν: «Θα κάνετε και εκεί φίλους, θα συνεχίσετε το σχολείο, όλα θα πάνε καλά» τους έλεγαν. Κανείς τους δεν μπορούσε τότε να φανταστεί την εξέλιξη αυτής της ιστορίας.

Στο αεροδρόμιο οι αστυνομικοί που τα παρέλαβαν τα συνόδευσαν σε ένα καμπ. Τα αδέλφια ήξεραν πως ίσως θα χρειαζόταν να μείνουν εκεί μία ημέρα για τυπικούς λόγους. Oταν έφτασαν όμως οι υπεύθυνοι τα χώρισαν. Το κορίτσι, τους είπαν, είχε ήδη γίνει 18 ετών, οπότε θα περνούσε από μια διαφορετική διαδικασία – μέχρι τότε θα έμενε μόνη της στο καμπ. Το αγόρι πήγε στη θεία τους αλλά ήταν επίσης πολύ τρομαγμένο. Με κάθε ευκαιρία έπαιρνε στον ξενώνα στην Αθήνα και κλαίγοντας ζητούσε βοήθεια για να βρεθεί ξανά με την αδελφή του. Και οι δύο κινδυνεύουν σήμερα να απελαθούν. Η ιστορία τους δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό – τουλάχιστον τέσσερα ακόμα παιδιά έχουν τον τελευταίο χρόνο την ίδια μεταχείριση (στη Γερμανία, στην Ολλανδία και στη Νορβηγία) θέτοντας σοβαρά ζητήματα παιδικής προστασίας. Αλλα ας πάρουμε την ιστορία από την αρχή.

Το χρονικό

Τα δύο αδέλφια είχαν φτάσει στη Λέσβο στις 27 Φεβρουαρίου του 2016. Ηταν εξουθενωμένα αλλά ανακουφισμένα: το πρώτο, πιο επικίνδυνο, κομμάτι του ταξιδιού είχε τελειώσει. Το κορίτσι ήταν 16 ετών, το αγόρι 15 και πρώτη φορά ταξίδευαν μακριά απο το σπίτι τους. Στο Αφγανιστάν είχαν αφήσει τα δύο μικρότερα αδέλφια και τη μητέρα τους. Ο πατέρας τους αγνοείτο και η οικογένεια είχε μπει στο στόχαστρο. Είχαν προσπαθήσει να στρατολογήσουν τον γιο σε παραστρατιωτική οργάνωση και να παντρέψουν την κόρη με τον ηλικιωμένο ισχυρό άνδρα του χωριού. Η μητέρα είχε αρνηθεί, ήξερε όμως πως δεν είχε πολλά περιθώρια.

Οταν άρχισαν να την απειλούν ανοικτά, μάζεψε όσα χρήματα είχε και τους ανακοίνωσε πως έπρεπε να φύγουν. Στην Ολλανδία θα έβρισκαν την αδελφή της η οποία είχε δεχθεί με χαρά να τα μεγαλώσει. Θα πήγαιναν εκεί σχολείο και ονειρευόταν πως θα σπούδαζαν –και τα δύο– και το σημαντικότερο: Θα βρίσκονταν εκτός κινδύνου. Οταν τα αποχαιρετούσε τους έδωσε την ευχή της. Να είναι δυνατοί και να προσέχει ο ένας τον άλλον.

Στην Ελλάδα για μήνες περιπλανήθηκαν σε καμπ και δομές. Δεν μιλούσαν σε κανέναν, ούτε κανείς έκανε κάποια προσπάθεια να τους μιλήσει ή να τα βοηθήσει. Σε κάθε αλλαγή τρομοκρατούνταν για το τι θα απογίνουν. Θα έμεναν στον δρόμο; Θα τους χώριζαν; Θα τους επέστρεφαν στο Αφγανιστάν; Για καλή τους τύχη μετά οκτώ μήνες μεταφέρθηκαν σε έναν ξενώνα του Ηome Project, μιας ΜΚΟ για ασυνόδευτα παιδιά. Οι κοινωνικοί λειτουργοί εκεί δεν ήξεραν τίποτα για εκείνα, αλλά έβλεπαν δύο παιδιά με μετατραυματικό στρες. Ξυπνούσαν τα βράδια από εφιάλτες, ήταν απομονωμένα, επικοινωνούσαν με δυσκολία.

Πήρε χρόνο και δουλειά για να πουν την ιστορία τους – ή τουλάχιστον κάποια κομμάτια της (οι γονείς συχνά για να τα προστατεύσουν δεν τους μιλάνε για τους κινδύνους που διατρέχουν). Μέρα με τη μέρα άρχισαν να προσαρμόζονται. Αγάπησαν το σχολείο, έπαιρναν μέρος σε όλες τις δραστηριότητες του ξενώνα και έχοντας στο μυαλό τους τον τελικό τους προορισμό, το κορίτσι παρακάλεσε τους κοινωνικούς λειτουργούς να ξεκινήσει μαθήματα ολλανδικών.

Η ανησυχία

Ο καιρός περνούσε όμως και οι άνθρωποι του ξενώνα ανησυχούσαν: Το κορίτσι σύντομα θα έκλεινε τα 18 και παρότι τα απαραίτητα χαρτιά είχαν σταλεί στην Ολλανδία, η διαδικασία επανένωσης καθυστερούσε. Κάποιοι φοβούνταν μήπως αυτό γινόταν σκόπιμα (όταν ενηλικιωνόταν δεν θα εθεωρείτο πλέον «ευάλωτη» και η διαδικασία θα δυσκόλευε). Γι’ αυτό και όταν τελικά ήρθε η επίσημη πρόσκληση και τα εισιτήρια και παρότι το κορίτσι ήταν πλέον 18 ετών, όλοι ανακουφίστηκαν. Από την εμπειρία τους, τίποτα πλέον δεν θα μπορούσε να πάει στραβά. Και όμως, παρότι είχαν λάβει πρόσκληση, το κορίτσι παραμένει εδώ και 13 μήνες μόνο στο καμπ…

Ο φόβος

Αντίστοιχες καταστάσεις με τη 18χρονη αντιμετωπίζουν τέσσερα ακόμη παιδιά. Ενώ πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για επανένωση με δικούς τους σε χώρες της Βόρειας Ευρώπης, η διαδικασία καθυστερεί και τα παιδιά παραμένουν σε καμπ με αβέβαιη εξέλιξη. Στην περίπτωση της νεαρής Αφγανής, ήδη το αίτημα ασύλου απορρίφθηκε δύο φορές. Από μέρα σε μέρα περιμένει να δικαστεί το τρίτο και τελευταίο αίτημα. Είναι πλέον εξαντλημένη και φοβισμένη. Ξέρει πως εάν η αίτησή της δεν γίνει ούτε τώρα δεκτή, τότε η ίδια αλλά και ο αδερφός της, που πάει εκεί σχολείο, κινδυνεύουν να απελαθούν. Και μπορεί τα αδέρφια να ανυπομονούν να ξαναβρεθούν μαζί, ξέρουν όμως πως απέλαση στο Αφγανιστάν σημαίνει όχι μόνο βίαιη επιστροφή σε μια ζωή από την οποία ρίσκαραν τα πάντα για να ξεφύγουν αλλά και βέβαιο κίνδυνο για την ίδια τους τη ζωή. Το ότι αναζήτησαν στο εξωτερικό ασφάλεια, τους καθιστά εκεί αυτομάτως προδότες.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ