ΕΛΛΑΔΑ

Ξεχασμένη από τις παροχές η μεσαία τάξη

Για τη μεσαία τάξη στην Ελλάδα τα μνημόνια… συνεχίζονται. Ενώ οι διαπραγματεύσεις με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς για τα μέτρα που θα ενσωματωθούν στον προϋπολογισμό του 2019 μπαίνουν στην τελική ευθεία, είναι από τώρα σαφές ότι τα μεσαία εισοδήματα δεν προσβλέπουν σε απολύτως τίποτα για την επόμενη χρονιά, ενώ «θολός» είναι ο ορίζοντας και για το 2020. Η μείωση του ΕΝΦΙΑ δεν αφορά τις μεσαίες και τις μεγάλες ιδιοκτησίες. Οι κρατήσεις για τους μισθωτούς από φόρους και εισφορές θα παραμείνουν ακριβώς οι ίδιες, ενώ στις τάξεις των αυτοαπασχολουμένων, παρά την επικείμενη μείωση των συντελεστών υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών, οι συνολικές κρατήσεις θα παραμείνουν υψηλότερες του 50% και για την επόμενη χρονιά.

Τα μεσαία εισοδήματα θα μπορούσαν να προσβλέπουν σε μείωση φορολογικών επιβαρύνσεων από το 2020, καθώς στο πακέτο των αντίμετρων της μεθεπόμενης χρονιάς έχουν ενσωματωθεί η διαμόρφωση του βασικού συντελεστή της φορολογικής κλίμακας στο 20% και ο μηδενισμός της εισφοράς αλληλεγγύης για τα εισοδήματα έως 30.000 ευρώ. Ομως, η κυβέρνηση θέλει να ακυρώσει αυτές τις φορολογικές ελαφρύνσεις για να χρηματοδοτήσει τη διατήρηση του αφορολογήτου στα σημερινά επίπεδα. Ενα μικρό όφελος θα μπορούσε να προκύψει από τη μείωση του ΕΝΦΙΑ το 2020, η οποία, με βάση τον αρχικό προγραμματισμό, θα επεκτεινόταν και στις περιουσίες άνω των 150.000-200.000 ευρώ. Ωστόσο, μετά τη νέα εξαγγελία του πρωθυπουργού για 10.000 προσλήψεις στο Δημόσιο, θα πρέπει να φανεί ποιες από τις εξαγγελίες για το 2020 θα «κοπούν» προκειμένου να εξασφαλιστούν τα τουλάχιστον 200 εκατ. ευρώ που απαιτούνται για την κάλυψη του δημοσιονομικού κόστους.

Το πακέτο μέτρων που προωθεί η κυβέρνηση για το 2019 και για το 2020, ακόμη και αν περάσει στο σύνολό του από τους θεσμούς, κάτι που θα φανεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, δεν απαντά σε ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της μεσαίας τάξης: το εξαιρετικά υψηλό μη μισθολογικό κόστος. Ο μισθωτός για να εξασφαλίζει καθαρό εισόδημα 15.000 ευρώ τον χρόνο, πρέπει ο εργοδότης του να πληρώνει 25.200 ευρώ. Στις 20.000 ευρώ καθαρού εισοδήματος, το εργοδοτικό κόστος ανεβαίνει στις 35.885 ευρώ, ενώ από τις 30.000 ευρώ και πάνω καθαρού εισοδήματος (σ.σ. αντιστοιχούν σε περίπου 2.140 ευρώ καθαρά) το Δημόσιο εισπράττει περισσότερα από αυτά που πληρώνει ο εργοδότης, συγκριτικά με αυτά που εισπράττει ο μισθωτός. Αυτή η κατάσταση δεν πρόκειται να αλλάξει ούτε το 2019 ούτε το 2020. Αν η κυβέρνηση ακολουθούσε την πολιτική των μέτρων και των αντιμέτρων, το 2020 ναι μεν θα μειωνόταν το αφορολόγητο αλλά ταυτόχρονα θα μειώνονταν και ο βασικός συντελεστής της φορολογικής κλίμακας και η εισφορά αλληλεγγύης.

Υπολογίζεται ότι για τους έχοντες εισόδημα άνω των 20.000 ευρώ καθαρά, θα προέκυπτε φορολογικό όφελος από 80 έως και 700 ευρώ τον χρόνο παρά τη μείωση του αφορολογήτου. Αυτό δεν θα συμβεί από τη στιγμή που θα ζητηθεί να ακυρωθούν οι φορολογικές ελαφρύνσεις για να «χρηματοδοτηθεί» η διατήρηση του αφορολογήτου.

Μεγάλες προσδοκίες έχουν καλλιεργηθεί στις τάξεις των ελεύθερων επαγγελματιών και των αυτοαπασχολουμένων λόγω των επικείμενων μειώσεων στους συντελεστές υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών. Στην πράξη, θα φανεί ότι τα οφέλη περιορίζονται δραστικά λόγω του ότι η μείωση των συντελεστών θα συμπέσει χρονικά με την αλλαγή στον τρόπο υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών. Eτσι, η πραγματική μείωση της ετήσιας επιβάρυνσης συγκριτικά με τα όσα πλήρωσαν οι επαγγελματίες το 2018, περιορίζεται σε μερικές εκατοντάδες ευρώ, ενώ το συνολικό ποσοστό των κρατήσεων από φόρους και εισφορές θα παραμείνει πάνω από το 50%. Δηλαδή, ο επαγγελματίας που δηλώνει καθαρά κέρδη 30.000 ευρώ (προ φόρων) θα κερδίσει 871 ευρώ από τη μείωση των συντελεστών στις ασφαλιστικές εισφορές, ωστόσο, τα ποσά που θα πρέπει να καταβάλει για φόρους και εισφορές θα παραμείνουν στις 16.600 ευρώ, με αποτέλεσμα τα καθαρά του να περιοριστούν στις 13.401 ευρώ δηλαδή μόλις στο 45% των κερδών προ φόρων.

ΘΑΝΟΣ ΤΣΙΡΟΣ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ