ΖΩΗ

Ελληνικές μνήμες της ισπανικής γρίπης

Οκτώβριος του 1918, προσωπικό του Ερυθρού Σταυρού του Σεντ Λούις στα νοσοκομειακά αυτοκίνητα, σε προετοιμασία για την πανδημία της ισπανικής γρίπης.

Πριν από μερικές εβδομάδες, βράδυ Κυριακής, η Μαριάννα Θεοδωροπούλου κοιτούσε συνεχώς το ρολόι της.

Ηθελε οπωσδήποτε να βγει και εκείνη στο μπαλκόνι στις 9 μ.μ. και να χειροκροτήσει τους γιατρούς και το νοσηλευτικό προσωπικό των νοσοκομείων. «Δεν είναι μόνο η ευγνωμοσύνη που νιώθω και ήθελα να εκφράσω, έχω και έναν ακόμη λόγο, προσωπικό» λέει στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Ο παππούς της, Γεώργιος Γαβαλάς, ήταν γιατρός και είχε πεθάνει το 1918 από την ισπανική γρίπη περιθάλποντας ασθενείς. Το χειροκρότημά της, εκείνο το βράδυ, ήταν και για εκείνον.

Η ίδια μεγάλωσε ακούγοντας συχνά ιστορίες για τον παππού που δεν γνώρισε ποτέ. Θυμάται τη γιαγιά της να της δείχνει σαν θησαυρό τα μοναδικά πράγματα που είχε φυλαγμένα από εκείνον: το πτυχίο του, με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1901 (και με την υπογραφή του Κωστή Παλαμά που ήταν τότε γ.γ. του Πανεπιστημίου Αθηνών) και μια αχνή, κιτρινισμένη φωτογραφία ενός ψηλόλιγνου, κομψού νεαρού με ονειροπόλο βλέμμα.

Οι διηγήσεις, για το τι του συνέβη εν μέσω της πανδημίας που σκότωσε εκατομμύρια κόσμο, της ακούγονταν για χρόνια εφιαλτικές. «Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ πως έναν αιώνα μετά θα ζούσαμε παρόμοιες καταστάσεις», λέει στην «Κ».

Ο Τζώρτζης, όπως τον φώναζαν, είχε γεννηθεί στο Εμπορείο της Σαντορίνης. Η οικογένειά του είχε αμπέλια αλλά εκείνος, ο μικρότερος από πέντε αδέλφια, κατάφερε να σπουδάσει ιατρική στην Αθήνα. Μετά τις σπουδές επέστρεψε στο νησί και εργάστηκε ως γυναικολόγος μαιευτήρας. «Ταξίδευε συχνά στα γύρω νησιά για να δει ασθενείς και σε ένα από αυτά τα ταξίδια, στην Ανάφη γνώρισε τη γιαγιά μου τη Μαρία.

Ερωτεύτηκαν σφόδρα, παντρεύτηκαν και μετακόμισαν στην Αθήνα, όπου γεννήθηκε η μητέρα μου», εξιστορεί η Θεοδωροπούλου.


Η κιτρινισμένη φωτογραφία είναι ένα από τα ελάχιστα πράγματα που απέμειναν να θυμίζουν έως σήμερα τον θαρραλέο γιατρό Γεώργιο Γαβαλά.

Δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1918 ήρθε η απόλυτη ανατροπή στη ζωή τους. Στα τέλη Ιουλίου έφτασε και στην Ελλάδα η ισπανική γρίπη. Η κατάσταση έμοιαζε αρχικά να είναι υπό έλεγχο, όμως τους επόμενους μήνες χειροτέρεψε ραγδαία. Οταν του ζητήθηκε να βοηθήσει, εκείνος δέχθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν ήξερε για πόσο θα έλειπε – σε μια βαλίτσα έβαλε λιγοστά ρούχα και αποχαιρέτησε τη σύζυγο και τη δίχρονη κόρη του. Εκείνη ήταν τρομοκρατημένη, εκείνος ψύχραιμος, της ζήτησε να προσέχει: να μη βγαίνει από το σπίτι παρά για τα απολύτως απαραίτητα, να πλένει καλά τα χέρια της, να αλλάζει συνεχώς ρούχα και εάν νιώσει συμπτώματα, να κάνει γαργάρες και αντισηπτικές εισπνοές. Αλλο αποτελεσματικό φάρμακο δεν υπήρχε. Αρχές φθινοπώρου εγκαταστάθηκε στο νέο του πόστο στον Ωρωπό. Εκεί είχε στηθεί ένα πρόχειρο νοσοκομείο γιατί τα νοσοκομεία της Αθήνας δεν επαρκούσαν.

Τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, οι δημόσιες υπηρεσίες είχαν κλείσει – σε δεύτερο χρόνο και όλα τα καφενεία. Τίποτα όμως δεν σταματούσε την καταστροφική πορεία της γρίπης. Οι άνθρωποι πέθαιναν ανά δεκάδες. Η γιαγιά της κ. Θεοδωροπούλου που δεν είχε κανέναν τρόπο επικοινωνίας με τον σύζυγό της δεν πρόλαβε καν να μάθει πως είχε νοσήσει. Πληροφορήθηκε απλά πως πέθανε – ήταν μόλις 41 ετών. Θέλησε να πάρει τη σορό του αλλά δεν της επέτρεψαν να πλησιάσει στην περιοχή – την ενημέρωσαν πως θα έπρεπε αναγκαστικά να ταφεί εκεί.

«Μεγάλη συμφορά»

Η επιδημία είχε εξαπλωθεί πλέον σε όλη την Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος Φαλτάιτς, 27χρονος τότε δημοσιογράφος (και αργότερα λογοτέχνης και ερευνητής της περιόδου του Μεσοπολέμου) μελέτησε το τι συνέβη στο νησί του τη Σκύρο και εξέδωσε τα ευρήματά του την επόμενη χρονιά: «Μέσα στο μικρό αυτό βιβλίο είναι κλεισμένη η μεγάλη συμφορά ενός νησιού. Η αρρώστια που πέρασε σαν κακή κατάρα πάνω από όλη τη Γη, στο νησί της Σκύρου έσπασε με όλη τη φρικαλεότητα που ξέρουμε μόνο στους μεσαιωνικούς λοιμούς», γράφει στον πρόλογο.

 


«Μέσα στο μικρό αυτό βιβλίο είναι κλεισμένη η μεγάλη συμφορά ενός νησιού», γράφει στον πρόλογο ο Κωνσταντίνος Φαλτάιτς.

Η Αννα Φαλτάιτς, εγγονή του συγγραφέα και αντιπρόεδρος του μουσείου στη Σκύρο που φέρει το όνομά του, ξαναέπιασε το βιβλίο αυτό πριν από μερικές εβδομάδες. «Σήμερα διαβάζεται με άλλο μάτι. Ομολογώ πως δεν κοιμήθηκα ήσυχα. Μου άφησε έναν κόμπο λόγω των γεγονότων που ζούμε. Υπάρχουν απίστευτες ομοιότητες όχι τόσο στο επίπεδο της αρρώστιας αλλά στο επίπεδο συμπεριφορών. Τότε –όπως και τώρα– κάποιοι βοήθησαν, κάποιοι έχασαν την ψυχραιμία τους και βέβαια υπήρχαν και εκείνοι που εκμεταλλεύθηκαν τις δύσκολες καταστάσεις», εξηγεί.

Η επιδημία, γράφει ο παππούς της, έφτασε στο νησί στις αρχές του φθινοπώρου. Αγνωστο πώς. Προφανώς από κάποιον που είχε επιστρέψει από την Αθήνα. Τα σπίτια ήταν χτισμένα γύρω από το κάστρο του νησιού το ένα πάνω στο άλλο και παρόλο που πολλοί από τους κατοίκους δεν έβγαιναν καν στην πόρτα τους, η γρίπη είχε απίστευτη μεταδοτικότητα και εξαπλώθηκε ραγδαία. Στο βιβλίο περιλαμβάνονται τα τηλεγραφήματα που ζητούσαν αγωνιωδώς φάρμακα και εφόδια για να αντιμετωπιστεί η κατάσταση. Το κράτος όμως έμοιαζε ανήμπορο να βοηθήσει: «Τους απαντούσαν με διάφορες εισηγήσεις για το πώς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν επιτροπές που θα έκαναν απολυμάνσεις. Τους κρίσιμους μήνες έστειλαν από την Αθήνα ένα βαρέλι σόδας και λίγες ενέσεις που εξαφανίστηκαν μέσα σε μία ημέρα».

Οι σχέσεις στο νησί δοκιμάστηκαν, οι κοινωνικές ισορροπίες επίσης. «Διαβάζεις για περιπτώσεις ανθρώπων που προσπάθησαν να βοηθήσουν τους ετοιμοθάνατους. Γενναίους ιατρούς (που νόσησαν και εκείνοι) και απλούς ανθρώπους που προσφέρθηκαν να βοηθήσουν – αφήνοντας ένα πιάτο φαγητό στον γείτονά τους ή αργότερα, όταν προέκυψε σοβαρό πρόβλημα ταφής στο νησί, που έσκαψαν λάκκους ή κουβάλησαν νεκρούς.

Υπήρχαν βέβαια έμποροι που αισχροκέρδησαν σε είδη πρώτης ανάγκης ή στο σάβανο, που το πουλούσαν σε τιμές εξωπραγματικές», εξηγεί η Φαλτάιτς. Ο απολογισμός στο νησί είναι τρομακτικός: από 3.200 κατοίκους, τα 2/3 δεν τα κατάφεραν.

Ο επίλογος του εφιάλτη

«Οι εικόνες που περιγράφει στο βιβλίο είναι τρομακτικές. Ειδικά εάν αναλογιστούμε πως παραλίγο να  βιώσουμε αντίστοιχα δύσκολες καταστάσεις και δεδομένου πως οι αντοχές όλων θα δοκιμαστούν» σημειώνει η εγγονή του συγγραφέα. Ακόμα όμως και στη σκοτεινή εκείνη περίοδο που περιέγραφε στο βιβλίο υπήρχε ένας σχετικά αισιόδοξος επίλογος: ήδη από τον Δεκέμβριο του ’18 το ιατρικό πρόβλημα μοιάζει να αντιμετωπίζεται – η γρίπη δεν έχει πλέον νέο κρούσμα. Παρά τις τεράστιες απώλειες και τις οικονομικές δυσκολίες που ακολουθούν, οι άνθρωποι που έχουν επιβιώσει επιστρέφουν δειλά σε μια καθημερινότητα.

Πίσω στην Αθήνα, η γιαγιά της κ. Θεοδωροπούλου, χήρα με ένα 2χρονο μωρό και χωρίς εισόδημα μετακόμισε στο σπίτι του αδελφού της και με τον χρόνο στάθηκε ξανά στα πόδια της. Επειτα από τρία χρόνια κατάφερε να κάνει εκταφή και να μεταφέρει τα οστά του άνδρα της στο νησί της, την Ανάφη. «Τον αγαπούσε υπερβολικά. Τον έβλεπε στον ύπνο της μέχρι που πέθανε» διηγείται η 75χρονη σήμερα εγγονή τους, η οποία επίσης αυτές τις ημέρες σκέφτεται τον παππού της, συνειδητοποιώντας πως 102 χρόνια μετά, η ιστορία, σε ένα μεγάλο βαθμό, επαναλαμβάνεται.

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΚΑΚΑΟΥΝΑΚΗ-kathimerini.gr